Xenosaga Αφιέρωμα

Τα Xenosaga κάποτε αποτελούσαν το όνειρο κάθε παίχτη παιχνιδιών ρόλων, κυρίως των Ευρωπαίων, που ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τον “πνευματικό πρόγονό” τους, το Xenogears. Ενα φιλόδοξο project του δημιουργού του τελευταίου, του Tetsuya Takahashi, αποτελούμενο από έξι επεισόδια, όλα συνδεδεμένα άρρηκτα μεταξύ τους, αποτελεί ένα από τα πιο αξιέπαινο κατόρθωμα στο χώρο των ανατολικών παιχνιδιών ρόλων και ίσως γενικότερα στο χώρο των videogames. Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει τα Xenosaga και τη φανταστική κοσμοθεωρία που αυτά παρουσίασαν, από όλα τα υπόλοιπα “κοινότυπα” videogames και τι μπορεί να είναι αυτό που προσέφεραν;

 

Για την καλύτερη παρουσίαση των βασικών επεισοδίων που απαρτίζουν τη σειρά, καθώς και για την ανάλυση των προσωπικών μου απόψεων πάνω στο θέμα της γενικότερης προσφοράς στο χώρο, το παρόν κείμενο χωρίζεται σε πέντε ενότητες, μία για κάθε παιχνίδι, καθώς και μία για την προαναφερθείσα ανάλυση.

 

Xenosaga Episode I Der Wille zur Macht

 

Όντας το πρώτο παιχνίδι της πλέον θρυλικής αυτής σειράς, το Der Wille zur Macht παρουσίασε στους παίχτες το 2002 μία μοναδική εμπειρία και πιθανόν να έθεσε εντελώς νέα standards για τα story driven παιχνίδια των επομένων ετών. Εχουν περάσει πολλά χρόνια από την ημερομηνία κυκλοφορίας του και οι κινηματογραφικές σκηνές του διατηρούν ακόμα τη φρεσκάδα και τη μοναδικότητα τους.

 

Δε θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ένα παιχνίδι, παρόλα αυτά, αποκλειστικά και μόνο από το σενάριο του και από τον τρόπο εξέλιξης αυτού. Καλύτερα θα ήταν να αναφερθούν τα πιο κλασσικά στοιχεία που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς σε ένα παιχνίδι ρόλων της ανατολής και μετά να πάρουν σειρά τα πιο “πικάντικα” χαρακτηριστικά του.

 

Το Xenosaga Episode I ήταν το πρώτο παιχνίδι ενός αρκετά ταλαντούχου, όπως αποδείχτηκε αργότερα, studio της NAMCO, της Monolith. Η ομάδα αυτή, πέραν του ότι εδώ σάρκα και οστά στο όραμα του Takahashi, προσπαθώντας να δημιουργήσει μία διαστημική όπερα, πειραματίστηκε σε μεγάλο βαθμό με νέους μηχανισμούς και νέες ιδέες, που προσπάθησαν να δώσουν μία πνοή φρεσκάδας στο σχετικά κορεσμένο χώρο των ανατολικών role playing games. Μία μεγάλη ποικιλία από skills, μαγικά, εξοπλισμούς και ειδικές ικανότητες έκαναν την εμφάνιση τους, προσφέροντας ένα αρκετά ικανοποιητικό customisation στον παίχτη, καθώς και ένα ενδιαφέρον σύστημα μάχης, με επιλογή σειρών επιθέσεων και κατάλληλων συνδυασμών, για την επίτευξη της ανάλογης ειδικής επίθεσης.

 

Οι μηχανισμοί μάχης και η πληθώρα επιλογών είναι, παρόλα αυτά, και το τελευταίο στοιχείο που θα προσέξει κανείς σε αυτό το παιχνίδι, αφού τα αρκετά προβλήματα και τα πολλά κενά σε αυτά απωθούν τον παίχτη από την ενασχόληση. Αυτό που ξεχώριζει από την πρώτη στιγμή είναι ο κόσμος και το πόσο ζωντανός είναι αυτός. Η ζωντάνια του κόσμου είναι εμφανής όχι μόνο στο πλούσιο και αξεπέραστο σενάριο, αλλά και σε όλες τις πιθανές δευτερεύοντες αποστολές που συναντάει ο παίχτης κατά τη διάρκεια του τίτλου. Ενα σύστημα e-mails και μία σειρά από αποστολές δίνει, για παράδειγμα, την εντύπωση ότι ταυτόχρονα με τις δικές σου πράξεις συμβαίνουν και άλλα γεγονότα στον κόσμο, τα οποία και μπορείς να επηρεάσεις άμεσα. Επίσης, η ύπαρξη μίας τεράστιας και πολύ πλούσιας βάσης δεδομένων, που αναλύει με πολλές λεπτομέρειες όλους τους όρους και τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο παιχνίδι, προσφέρει απλόχερα στον παίχτη το σεναριακό υπόβαθρο που θα απαιτούσε από το εν λόγω παιχνίδι. Περιττό να αναφερθεί ότι με τον τρόπο αυτό εμβαθύνει το παιχνίδι το ίδιο πάρα πολύ και προσφέρει και υλικό για σκέψη και για περαιτέρω αναζήτηση, κυρίως στις θεωρίες που βάσισε ο Takahashi το έργο του.

 

Αν και όλα τα παραπάνω ήταν άξια αναφοράς και απαραίτητα για τη δημιουργία μία ολοκληρωμένης εικόνας για τον τίτλο, θα ήταν άδικο να μείνουμε σε αυτά και να μην προχωρήσουμε παραπέρα, ή και να κατακρίνουμε τον τίτλο για τα τυχόν μειονεκτήματα που πηγάζουν από τα όσα προαναφέρθηκαν. Το δυνατό σημείο του είναι, αν μη τι άλλο, το σενάριο και το πώς αυτή παρουσιάζεται στον παίχτη, με την κατάλληλη σκηνοθεσία, την κατάλληλη μουσική, την κατάλληλη αλληλουχία σκηνών και την φοβερή αφήγηση που σίγουρα μόνο ο δημιουργός του Xenogears θα μπορούσε να μας προσφέρει.

 

Σε μία εποχή σαν τη δική μας, με μερικά ίσως χρόνια απόκλιση, εν έτη 20ΧΧ ανακαλύπτει η ανθρωπότητα ένα κειμήλιο της αρχαιότητας, το οποίο για πολλά χρόνια ήταν κρυμμένο στα βάθη ενός ωκεανού. Το Zohar εμφανίζεται στην επιφάνεια μίας λίμνης και οι ουρανοί ανοίγουν, μία δέσμη φωτός βγαίνει από μέσα του και μία βροχή συνοδεύει την αρχή μίας ιστορίας που θα στιγματίσει την ανθρωπότητα για πάντα. Τέσσερις χιλιάδες χρόνια αργότερα, στο μακρινό μέλλον, όπου οι άνθρωποι έχουν καταφέρει να ταξιδέψουν στα πέρατα του γαλαξία και να κατοικήσουν σε χιλιάδες άλλους πλανήτες, η ιστορία στρέφει την προσοχή της σε μία ομάδα επιστημόνων, υπεύθυνοι για την ανάπτυξη ενός ανδροειδούς – πιθανόν της τελευταίας ελπίδας του σύμπαντος ενάντια στην απειλή των Gnosis.

 

Ένα μυστήριο καλύπτει τα Gnosis, μυστήριο που έχει να κάνει τόσο με τον τρόπο αντιμετώπισης τους, όσο και με την προέλευση τους. Τέρατα από άλλη διάσταση, παράλληλη της υλικής, στην οποία ζουν οι άνθρωποι; Υπάρξεις που έχουν το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης στον κόσμο με αυτό των ανθρώπων; Στην προσπάθεια τους οι άνθρωποι να βρουν απάντηση σε ερωτήματα και να κατανοήσουν πλήρως την κοσμοθεωρία του σύμπαντος τους, αναγκάστηκαν να αναπτύξουν όπλα όπως την KOS-MOS (Kosmos Obedient System – Multiple Operating System), ενός ανδροειδούς που είναι αποκλειστικά προγραμματισμένο ώστε να μπορεί να καταπολεμήσει τα χιλιάδες Gnosis που απειλούν για ανεξήγητους λόγους την ανθρωπότητα.

 

Η αρχή της ιστορίας λαμβάνει χώρα τέσσερις χιλιάδες χρόνια μετά την εμφάνιση του Zohar. Η μία από τους συνολικά εφτά πρωταγωνιστές της τριλογίας αποτελεί και το κύριο πρόσωπο στην αρχική ιστορία του παιχνιδιού, όπου το διαστημόπλοιο Woglinde κάνει έναν έλεγχο μία περιοχής του διαστήματος, στην οποία φημολογείται ότι βρέθηκε το Zohar. Η Shion, υψηλόβαθμο στέλεχος της γνωστότερης και πιο σημαντικής εταιρίας τεχνολογίας του γαλαξία, της Vector (η οποία είναι και υπεύθινη σχεδόν για όλες τις τεχνολογικές εξελίξεις των χιλιάδων ετών αυτών ιστορίας), είναι μέλος του πληρώματος, μαζί με την υπόλοιπη ομάδα της. Η βασική τους υποχρέωση είναι η συνέχιση των ελέγχων για την αποτελεσματικότητα της KOS-MOS, σε περίπτωση επίθεσης από τα Gnosis.

 

Αν και όλα πάνε κατ’ ευχήν και το Zohar ανακτάτε από το πλήρωμα του Woglinde, τα Gnosis εμφανίζονται, με καθαρά εχθρικές διαθέσεις και θέλοντας να πάρουν το Zohar. Στο σημείο αυτό το σενάριο του παιχνιδιού αρχίζει να ξεδιπλώνεται, παρουσιάζοντας μας ένα μεγάλο μέρος των χαρακτήρων που θα πρωταγωνιστήσουν και στα επόμενα επεισόδια και προϊδεάζοντας μας για το μεγαλείο του σεναρίου.

 

Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν είναι, όμως, μόνο το σενάριο αυτό καθ’ αυτό. Φοβερά σενάρια, με απίστευτες φιλοσοφικές προεκτάσεις και πλοκή σίγουρα έχουμε δει πολλές φορές, με πρώτο και καλύτερο το εκπληκτικό Xenogears. Αυτό, όμως, που ο Takahashi δεν μπορούσε να κάνει πριν, επί εποχές Psone, το κάνει τώρα με τις δυνάμεις του Playstation 2. Τεράστιες κινηματογραφικές σκηνές, με ποικιλία διαλόγων, πλούσια σκηνοθεσία και τις μαγικές συνθέσεις του Mitsuda να ντύνουν την κάθε σκηνή, μας προσφέρουν ένα οπτικό μεγαλείο, που μόνο αυτό θα μπορούσε να αναδείξει το αντίστοιχο μεγαλείο του σεναρίου αυτού του παιχνιδιού. Σίγουρα ότι δεν καταφέρνει να προσφέρει το gameplay του Xenosaga Episode I υπερκαλύπτεται από τη φοβερή σκηνοθεσία του και από αυτά τα εκπληκτικά cut scenes του, που έθεσαν νέες βάσεις για τα δεδομένα της εποχής, όσον αφορά την εξιστόρηση μίας ιστορίας.

Xenosaga Episode II Jenseits von Gut und Bose

 

Τα standards που έθεσε το πρώτο επεισόδιο της σειράς πιθανόν να ήταν πάρα πολλά για την ίδια την εταιρία και πιθανόν για τον ευρύτερο χώρο των videogames. Μία φορά η Monolith δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει, κυρίως για λόγους που είχαν να κάνουν με την οργάνωση της και τις αρνητικές επιρροές της εταιρίας κάτω από την οποία “στεγάζονταν”. Ένας από τους δύο δημιουργούς αναγκάστηκε να υποχωρήσει από το φιλόδοξο αυτό project, η Soraya Saga, γυναίκα του Takahashi, και έτσι τα Xenosaga έμειναν ορφανά από “μητέρα”. Πέραν, όμως, της Soraya και άλλα μέλη του project αποχώρησαν και μάλιστα η απουσία τους ήταν ιδιαίτερα αισθητή, κυρίως του Mitsuda, του θρυλικού μουσικοσυνθέτη. Τα Xenosaga πλέον έχασαν τον αρχικό τους προσανατολισμό. Προσεγγιστικά θα λέγαμε ότι το 70% του υλικού που ήταν να προστεθεί στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, αφαιρέθηκε, κρατώντας μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι του αρχικού script, ενώ το art direction άλλαξε δραματικά, σαφώς προς το χειρότερο. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να μείνει από αυτό το κουτσουρεμένο παιχνίδι;

 

Αν και το Xenosaga Episode II έχασε πολλά πράγματα και δεν μπόρεσε να λάμψει τόσο πολύ, όσο το πρώτο, κατάφερε σε αρκετά σημεία να διαπρέψει και μάλιστα με μοναδικό τρόπο. Ακολουθώντας την ίδια δομή με το προηγούμενο παιχνίδι, και εδώ ο βασικός τους σκοπός είναι η εξιστόρηση μίας ιστορίας, συνέχεια των όσων εισήχθησαν από το πρώτο επεισόδιο. Δυστυχώς δεν κατάφερε ούτε στο ελάχιστο να ακολουθήσει το συνετό παράδειγμα του “προγόνου” του, αλλά μπόρεσε να δώσει αρκετό ενδιαφέρον στους τομείς που υστερούσε τραγικά αυτός, δηλαδή το battle system.

 

Εμποτισμένο με αρκετά έξυπνα στοιχεία, που είχαν να κάνουν κυρίως με αδύνατες ζώνες στην άμυνα των αντιπάλων και εύρεση αυτών μέσω αλλεπάλληλων συνδυασμών διαφορετικών επιθέσεων, το battle system του Xenosaga Episode II αποκτά μοναδικό ενδιαφέρον και μία ευχάριστη πολυπλοκότητα. Πιθανόν είναι να κουράσει, αλλά η στρατηγική που αναπτύσσεται και η επιθυμητή δυσκολία που υπάρχει δίνουν άλλη νότα στις μάχες.

 

Το αρνητικό, και πάλι, σημείο σε ότι αφορά τις μάχες και το customisation βρίσκεται στα skills. Ενώ το πρώτο προσέφερε μία μεγάλη πληθώρα επιλογών, που δυστυχώς δεν ήταν και τόσο ισορροπημένες ή ουσιαστικές, το δεύτερο επεισόδιο μας δίνει το ίδιο skill tree για τον κάθε χαρακτήρα, χωρίς να μας δίνεται κάποιο στοιχείο για το ποιος είναι ο προσανατολισμός αυτών. Με αυτόν τον τρόπο βρίσκεσαι πραγματικά μέσα σε έναν ωκεανό, χωρίς καμία σωσίβια λέμβο, προσπαθώντας να βγάλεις άκρη μέσα στο χάος των δεκάδων skills του παιχνιδιού.

 

Τα γραφικά, από την άλλη, έχουν δεχτεί και αυτά πολλές αλλαγές, κυρίως προς το καλύτερο. Αν και η ποιότητα των textures και των μοντέλων είναι σαφώς πολύ μεγαλύτερη, το μοναδικό που μπορεί να ξενίσει στον οπτικό τομέα είναι το art direction που είναι, με απλά λόγια, απαράδεκτο. Οι χαρακτήρες άλλαξαν εντελώς με αποκορύφωμα την KOS-MOS, που πραγματικά δεν αντέχεται, ενώ συνολικά υιοθετήθηκε ένα πιο ώριμο στυλ, κάτι που θα μπορούσε να αποδειχθεί και πολύ καλό, με μία διαφορετική υλοποίηση.

 

Αυτό, όμως, που καταστρέφει πραγματικά την κατάσταση είναι η μουσική και το voice acting. Έχοντας δύο μουσικοσυνθέτες, ένας σεβαστός αριθμός κομματιών του παιχνιδιού είναι πολύ μέτριος, ενώ υπάρχουν κάποια πολύ συγκεκριμένα κομμάτια που δεν ταιριάζουν καθόλου στο όλο κλίμα του κόσμου και στο ύφος της σειράς. Τα voice overs, δε, είναι πολύ μέτρια, ενώ κάποια άλλα, με αυτό της KOS-MOS να ξεχωρίζει, είναι χάλια.

 

Αφήνοντας, όμως, τα αρνητικά, προς το παρόν, στην άκρη, ας πιάσουμε τα θετικά σημεία του τίτλου. Σίγουρα ένα τεράστιο κομμάτι του παιχνιδιού εξαφανίστηκε, αλλά αυτό που έμεινε αποδόθηκε με ικανοποιητικότατο τρόπο. Οι πρωταγωνιστές δεν είναι, πλέον, η Shion και η KOS-MOS, αλλά γίνεται μία στροφή στον Jr. και στην ιστορία που κρύβεται πίσω από τα λεγόμενα U.R.T.V.s . Η στροφή αυτή ξενίζει αρκετά, μια που είχαμε συνηθίσει σε μία διαφορετική ροή των γεγονότων, με επίκεντρο κυρίως την KOS-MOS, αλλά καταφέρνει να μας δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για τα όσα συνέβησαν στην ζωή των περίεργων αυτών ανθρώπων.

 

Τα δύο DVDs του παιχνιδιού λειτουργούν κατά κάποιον τρόπο και σαν διαφορετικές ενότητες, αφού το πρώτο DVD φροντίζει να αναλύσει με κάθε λεπτομέρεια την προαναφερθείσα ιστορία, που έχει να κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό με το παρελθόν των ηρώων, ενώ στο δεύτερο DVD συνεχίζεται κανονικά η ιστορία και τα γεγονότα εξελίσσονται όπως θα περιμέναμε. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται είναι ασύλληπτα λίγα, ειδικά μετά την υπερφόρτωση πληροφοριών στο Xenosaga Episode I. Το ανατρεπτικό τέλος αφήνει τους πάντες με ακόμα περισσότερα ερωτηματικά από όσα θα περίμεναν να απαντηθούν και η αναμονή για το τρίτο επεισόδιο, το οποίο αποτελεί, ύστερα από κάποιες απρόβλεπτες εξελίξεις, και το τελευταίο της σειράς.

 

Δε θα μπορούσαμε να κλείσουμε την ενότητα του δεύτερου επεισοδίου, χωρίς να αναφερθούμε και σε δύο ακόμα σημεία, ένα καλό και ένα κάκιστο. Το πρώτο DVD του παιχνιδιού θα μπορούσαμε να πούμε με άνεση και ευκολία ότι πρόκειται για καταπληκτική δουλειά, ίσως και ανώτερη του πρώτου επεισοδίου. Καταπληκτικά σκηνοθετημένα cut scenes, με φοβερή μουσική επένδυση (μνεία πρέπει να δοθούν στην Yuki Kajiura, μουσικοσυνθέτη των cut scenes του Episode ΙΙ και όλου του soundtrack του Episode III) και εκπληκτικά γεγονότα. Ειδικά η εισαγωγή του Episode II είναι από τα καλύτερα και πιο συναισθηματικά φορτισμένα cut scenes όλης της τριλογίας. Αυτήν την εκπληκτική εικόνα του πρώτου DVD, επομένως και των αρχικών εντυπώσεων του παιχνιδιού, έρχεται να καταστρέψει το δεύτερο DVD, το οποίο θυμίζει κακογυρισμένη χολιγουντιανή ταινία, που θέλει να ξεμπερδέψει με τα σημεία προώθησης του σεναρίου όσο ποιο γρήγορα γίνεται. Αυτό δε σημαίνει, φυσικά, ότι δεν υπάρχουν ενδιαφέρουσες σκηνές, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Απλώς η ποιότητα των σκηνών, το πλήθος τους, τα γεγονότα τους και το όλο αίσθημα που προκαλούν είναι ούτε καν το ελάχιστο συγκριτικά με αυτό που είχαμε συνηθίσει από το πρώτο επεισόδιο.

 

Σίγουρα το Xenosaga Episode II αποτελεί και το μελανό σημείο της τριλογίας.

 

Xenosaga Pied Piper

 

Ίσως να έπρεπε να αναφερθούμε νωρίτερα σε αυτό το spin off της σειράς, το οποίο κυκλοφόρησε για τα κινητά (!!! … ) τηλέφωνα και παρουσίασε την ιστορία ενός, ίσως, αδιάφορου χαρακτήρα, του Ziggy. Εξελίσσεται ούτε λίγο ούτε πολύ εκατό χρόνια πριν τα γεγονότα του πρώτου Xenosaga, σε έναν πλανήτη εν ονόματι Abraxas και μας διηγείται την ζωή του Jan Sauer, δηλαδή του Ziggy, πριν μετατραπεί σε Cyborg.

 

Αν και πρόκειται για ένα παιχνίδι για κινητά τηλέφωνα, η ποιότητα του script είναι ανέλπιστα καλή. Και πώς δε θα μπορούσε να είναι, αφού το είχε αναλάβει η Soraya Saga. Τα γεγονότα του επεισοδίου αυτού μπορεί να θεωρηθούν αδιάφορα από διάφορους οπαδούς, σκεπτόμενοι ότι δε θα μπορούσε να περιέχεται κάτι τόσο σημαντικό σε ένα παιχνίδι σαν κι αυτό. Τραγική ειρωνεία είναι ότι όσα εξελίσσονται στο Pied Piper αποτελούν και τη βάση των γεγονότων που θα εξελίσσονται και στα τρία βασικά επεισόδια της σειράς, με κυριότερο το τρίτο. Δυστυχώς ποτέ το script αυτό δεν έφτασε επίσημα στην Αμερική, πόσο μάλιστα στην Ευρώπη. Παραδόξως, κυκλοφορεί μία μετάφραση του στο internet, κάτι που δίνει την ευκαιρία σε όλους να διαβάσουν και να κατανοήσουν πλήρως όλοι τα γεγονότα που έκαναν τον Ziggy έτσι όπως είναι, καθώς και τι συνέβη πραγματικά σε αυτόν τον πλανήτη τόσα χρόνια πριν.

 

Xenosaga Episode III Also sprach Zarathustra

 

Τα χρόνια πέρασαν, οι απαιτήσεις αυξήθηκαν, πολλά πράγματα άλλαξαν, πολλοί παράτησαν τη σειρά, πολλοί ήλπιζαν για τη μεγάλη αλλαγή και για το δυνατό come back. Το Xenosaga Episode III ήταν γεγονός. Οι ανακοινώσεις της εταιρίας πήγαιναν και έρχονταν, ένα πανδαιμόνιο επικράτησε πριν την κυκλοφορία του και μία μελαγχολία μετά από αυτήν.

 

Κάπου τα σχέδια του Takahashi ναυάγησαν. Από μία επική εξαλογία το έργο του μειώθηκε σε μόλις τρία επεισόδια. Το τρίτο επεισόδιο έπρεπε να καλύψει όλα τα σπασμένα του προηγούμενου του και να δώσει ακόμα περισσότερα, στην προσπάθεια του να κλείσει τον κύκλο της Shion και της KOS-MOS και να προσφέρει ένα ικανοποιητικό τέλος σε όλους τους οπαδούς της σειράς. Οι αμφιβολίες ήταν πάρα πολλές, αλλά τελικά κατάφερε να αντεπεξέλθει και να δώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό που υποσχέθηκε.

 

Οι πειραματισμοί έλαβαν τέλος. Η Monolith είχε πάρα πολύ δουλεία και ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών να δώσει και δεν μπορούσε να πειραματίζεται και πάλι με συστήματα ανάπτυξης χαρακτήρων και μάχης. Αφέθηκε στην εύκολη λύση και υιοθέτησε τα κλασικά στοιχεία όλων των ιαπωνικών παιχνιδιών ρόλων, με τις γρήγορες μάχες, τις βασικές επιλογές μέσα στη μάχη και ένα συγκεκριμένο skill tree για τον κάθε χαρακτήρα, το οποίο τον εφοδιάζει με τις απαραίτητες ικανότητες του.

 

Το απλοϊκό αυτό gameplay θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λύση απελπισίας και ίσως αυτό να ήταν, αλλά δούλεψε με πολύ καλό τρόπο. Το παιχνίδι είχε ως σκοπό να προσφέρει ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών, έπρεπε να βιαστεί να μας δώσει όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και αυτό δε θα μπορούσε να το πετύχει με κουραστικά, τεράστιο και δυσνόητα συστήματα μάχης. Το γρήγορο gameplay του και οι τεράστιοι διάλογοι έδεσαν τέλεια, κάνοντας τον τίτλο όσο πιο απολαυστικό γινόταν. Τα μειονεκτήματα, βέβαια, ήταν και πάλι αρκετά και εμφανέστατα, αλλά εύκολα παραγκωνίζονταν από το σενάριο.

 

Κάτι που μας έλειψε στο Xenosaga Episode II κάνει ξανά την εμφάνιση του και αυτό είναι το database, μία υπερπλήρης βάση δεδομένων, με όρους και από τα τρία επεισόδια, που καλύπτουν κάθε απορία και αναλύουν κάθε κατάσταση. Το data base, όντας τεράστιο και αχανές, μονοπωλεί το ενδιαφέρον του παίχτη για τις πρώτες ώρες του παιχνιδιού και αποτελεί το βασικότερο του σύντροφο για όλο το υπόλοιπο παιχνίδι.

 

Ο τεράστιος όγκος πληροφοριών και τα σπασμένα του προηγούμενου τίτλου δεν αφήνουν περιθώρια για ξένιαστα και χαλαρωτικά cut scenes, ούτε για στιγμές παύσης: το παιχνίδι σε θεωρεί γνώστη των όσων έχουν συμβεί και σε βάζει με τη μία στη δράση. Ένας χρόνος έχει περάσει από τα γεγονότα του δεύτερου επεισοδίου και η ζωή των πρωταγωνιστών έχει αλλάξει για τα καλά. Η Shion βρίσκει τον εαυτό της μακρυά από τη Vector και κάτω από την υπηρεσία μίας νέας οργάνωσης, που από πολλούς θεωρείται τρομοκρατική. Οι υπόλοιποι μπλέκονται όλο και πιο βαθιά σε διάφορα πολιτικά γενόμενα και όλοι μαζί θα βρεθούν να αναζητούν την αλήθεια πίσω από τη φύση του κόσμου και την ύπαρξη των πάντων.

 

Το γεγονός ότι τα γεγονότα είναι τόσα πολλά έχει και μία αρνητική επίδραση στη ροή του παιχνιδιού. Ενώ ως τώρα είχαμε συνηθίσει σε αρκετά εντυπωσιακά cut scenes και σε απίστευτες κινηματογραφικές σκηνές, κυρίως με το πρώτο επεισόδιο, ο χώρος είναι ανεπαρκής και για αυτό η επιβλητικότητα των σκηνών μειώθηκε στο ελάχιστο. Τη θέση της πλειοψηφίας των σκηνών αυτών τις πήραν voice-overed διάλογοι, οι οποίοι καταφέρνουν να καλύψουν τις απαιτήσεις των παιχτών, όσον αφορά την απόδοση του σεναρίου, αλλά σίγουρα δεν αποτελεί κάτι τόσο εντυπωσιακό και ξεχωριστό, όπως το πρώτο Xenosaga. Φυσικά δε λείπουν και οι εκπληκτικές κινηματογραφικές σκηνές, που μας δίνουν μία γεύση της σκηνοθετικής τελειότητας που χαρακτήριζε τη σειρά από τη δημιουργία της ως τώρα.

 

Η κατάρα που στοίχειωνε το δεύτερο επεισόδιο δε λείπει και από αυτό. Ενώ το πρώτο DVD είναι υπόδειγμα σκηνοθεσίας, μουσικής επένδυσης και ροής gameplay, το δεύτερο τα χαλάει όλα, παρουσιάζοντας μία πολύ πιο βεβιασμένη εικόνα. Σε καμία περίπτωση δε μηδενίζει το σενάριο και το βάθος αυτού, απλώς σίγουρα ο τρόπος εξιστόρησης μίας ιστορίας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.

 

Δε θα μπορούσαμε, φυσικά, να κλείσουμε την αναφορά μας στο τρίτο και τελευταίο μέρος της σειράς, χωρίς να γίνει λόγος για την εκπληκτική μουσική επένδυση του τίτλου. Η μουσικοσυνθέτης γίνεται ένα πραγματικά με τα γεγονότα και συνθέτει μία μουσική που όμοια της δεν μπορεί να γίνει. Τα πάντα δένουν απίστευτα με τα γεγονότα και δίνουν το χαρακτήρα που αρμόζει στις πολλές στιγμές του παιχνιδιού.

 

Xenosaga : προσφορά στο χώρο των videogames

 

Μπορεί το αρχικό όραμα κάπου να χάθηκε, μπορεί η σειρά να άλλαξε ύφος, μπορεί η εξιστόρηση να μην έγινε με το σωστό τρόπο και μπορεί το μόνο επεισόδιο της τριλογίας, που ήταν όπως θα έπρεπε να ήταν να είναι το πρώτο. Σαν λογικό συμπέρασμα θα μπορούσαμε να βγάλουμε ότι τίποτα δεν έγινε σωστά, όμως αυτό είναι λάθος. Άλλαξαν πολλά πράγματα και το τελικό αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό από αυτό που θα περίμενε κανείς. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι τα Xenosaga έκαναν τον κύκλο τους και χάθηκαν στη λήθη. Το τι κατάφεραν να προσφέρουν στο χώρο των ανατολικών παιχνιδιών ρόλων και τι στον ευρύτερο χώρο των videogames δεν μπορεί κανένας να το αρνηθεί.

 

Από την πρώτη κι όλας στιγμή η μοναδικότητα των τίτλων φάνηκε. Στη μεταβατική περίοδο, από τα 32-bit JRPGs του Psone στα 128-bit του PS2, εμφανίστηκε ένα παιχνίδι που προσέφερε τεράστιες κινηματογραφικές σκηνές, μοναδικές ερμηνείες ηθοποιών και μία μαγική μουσική επένδυση. Το συνολικό αποτέλεσμα αυτών των στοιχείων ήταν ένα παιχνίδι-ταινία, που ανέλυε το σενάριο του και τους χαρακτήρες του με μοναδικό τρόπο, παρόμοιο με του κινηματογράφου. Σίγουρα τώρα οι μεγάλες σκηνές είναι κάτι το συνηθισμένο, αλλά για τα δεδομένα της εποχής θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν πρωτοποριακό και μοναδικό.

 

Τη φιλοσοφία αυτήν ακολούθησε όλη η τριλογία από εκεί και πέρα, προσθέτοντας ακόμα περισσότερα στοιχεία, παρόλα τα ατοπήματα στα οποία έπεσε. Μπορεί η κοιλιά που έκανε το Episode II να στιγμάτισε τη σειρά, αλλά η ανάπτυξη των χαρακτήρων, η ανάλυση του σεναρίου και η δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας, για την καλύτερη δυνατή εξιστόρηση των γεγονότων δεν εμποδίστηκαν.

 

Το σενάριο ξεπερνά κάθε προηγούμενο στο χώρο των ανατολικών παιχνιδιών ρόλων, προσφέροντας όχι απλώς μία πολύπλοκη και πολύ άρτια ιστορία, χωρίς κενά και χωρίς λάθη. Κάτι τέτοιο θα ήταν πέρα για πέρα κοινότυπο. Το ξεχωριστό στοιχείο που χαρακτηρίζει το σενάριο του Xenosaga είναι η όλη φιλοσοφία που το διέπει, μία φιλοσοφία που πιθανόν να αργήσουμε να ξαναδούμε σε παιχνίδι. Παρόμοια πράγματα μπορέσαμε να δούμε στο Xenogears, το οποίο, όμως, ήταν πολύ περιορισμένο και δεν κατάφερε να αναλύσει τα όσα ήθελε να πει. Στο Xenosaga γίνεται αναφορά σε έννοιες όπως ο “Θεός”, ή ψυχολογικές έννοιες, χωρίς να καλύπτονται από συμβολισμούς. Το σενάριο είναι άμεσο και τα ερωτήματα που θέτει στον παίχτη είναι ξεκάθαρα. Ο προβληματισμός στον οποίο μπαίνει ο παίχτης δεν είναι απόρροια αυτών, δεν είναι απλώς ένα παράγωγο των όσων διαδραματίζονται στο παιχνίδι και που θα διαρκέσει για αυτές τις λίγες ώρες, μέχρι το τέλος του. Είναι ερωτήματα που, είτε λίγο είτε πολύ, όλοι μας έχουμε θέσει στους εαυτούς μας, τουλάχιστον από μία ηλικία και μετά. Λειτουργεί σαν ερέθισμα για να μπούμε πάλι σε μία διαδικασία σκέψης και εσωτερικής αναζήτησης, αφού αυτό είναι και ο σκοπός του παιχνιδιού. Αυτό που στοχεύει το Xenosaga δεν είναι η απλή εξιστόρηση μίας θεωρίας: είναι η ανάπτυξη μίας κοσμοθεωρίας και η παρακίνηση του παίχτη να σκεφτεί και να ορίσει κάποια πράγματα, να δημιουργήσει τη δικιά του κοσμοθεωρία, ίσως. Οι απόψεις και τα πιστεύω των δημιουργών γίνονται εμφανέστατα και πλήρως κατανοητά, αλλά δε λειτουργούν σαν “δημαγωγοί”, που θα προσπαθήσουν να “προσηλυτίσουν” τους παίχτες σε αυτό που θεωρείτο σωστό από αυτούς. Δίνουν τροφή για σκέψη, παρουσιάζουν τις δικές τους απόψεις και αφήνουν την αντιληπτική ικανότητα του καθενός να οργιάσει και να δώσει τους δικούς τις ορισμούς στα όσα αναφέρονται.

 

Όροι ψυχολογίας, θρησκευτικές αναφορές, φιλοσοφικές προεκτάσεις, χρήση ελληνικών λέξεων με μοναδική μαεστρία, όλα αυτά συνθέτουν έναν κόσμο, στον οποίον καθετί έχει το σκοπό του, ο κάθε διάλογος έχει τη θέση του και όλα συντελούν στην τέλεια ανάπτυξη της ψυχοσύνθεσης των ηρώων και της ιστορίας. Το cast των χαρακτήρων είναι πολύ πλούσιο και δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί μικρό. Μπορεί οι βασικοί χαρακτήρες να είναι εφτά, αλλά κανένας από αυτούς δεν έχει πολύ μεγαλύτερη θέση στον κόσμο, από όλους τους υπόλοιπους που εμφανίζονται, είτε πρωταγωνιστές, είτε δευτεραγωνιστές. Θα μπορούσαν, μάλιστα, όλοι να θεωρηθούν πρωταγωνιστές, αφού όλοι αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι ενός μεγαλύτερου σχεδίου και όλοι αντιπροσωπεύουν ομάδες ανθρώπων της δικιάς μας πραγματικότητας, του δικού μας κόσμου. Η ύπαρξη τους μέσα στο σύμπαν του Xenosaga προσπαθεί να οριοθετήσει τις πράξεις και τις σκέψεις της κάθε μίας ομάδας, όταν θα βρισκόταν κάτω από τις διάφορες συνθήκες στις οποίες βρίσκονται οι χαρακτήρες στο παιχνίδι. Αυτό σε συνδέει συναισθηματικά με τον καθένα και βρίσκεις πραγματικές συμπάθειες και αντιπάθειες, αφήνοντας κανέναν έξω.

 

Ακριβώς επειδή οι χαρακτήρες κατέχουν τόσο σημαντικό ρόλο στον κόσμο του Xenosaga, η ανάπτυξη τους δε σταματάει παρά μόνο με το τέλος της ιστορίας. Και ακριβώς επειδή είναι στραμμένο προς τον άνθρωπο, πέραν του Θεού και της κοσμοθεωρίας, το παιχνίδι δίνει τεράστια βαρύτητα στην ανάλυση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, καθώς προβάλλονται συνέχεια και εσωτερικές αναζητήσεις, σε μία προσπάθεια κατανόησης και ορισμού του τι κάνει τον άνθρωπο, άνθρωπο, τι διέπει έναν άνθρωπο, τι είναι αυτό που τον χαρακτηρίζει και τι είναι αυτό που τον ωθεί στις πράξεις του.

 

Τίποτα, όμως, από όλα αυτά δε θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί, αν ο τρόπος με τον οποίο θα λεγόταν αυτά δεν ήταν ο κατάλληλος. Τι θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ένα story-driven παιχνίδι, όπως τα Xenosaga; Τις περισσότερες φορές έχουμε δει καταπληκτικά σενάρια να χάνονται μέσα στον παράξενο τρόπο εξιστόρησης αυτών, κυρίως γιατί χανόταν η ισορροπία μεταξύ αφήγησης και gameplay. Το Xenosaga πειραματίστηκε πολύ, έκανε διάφορες προσπάθειες για να φτάσει, τελικά, στην τελειοποίηση αυτού του στοιχείου που λέγεται “story-driven”. Τα δύο πρώτα επεισόδια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ίσως και αποτυχίες σε αυτόν τον τομέα, το πρώτο DVD, όμως, του τρίτου επεισοδίου κατάφερε να φτάσει στο απόγειο, προσφέροντας μία αρτιότατη και πλήρως απολαυστική ροή gameplay. Οι στιγμές παιχνιδιού ήταν άρτια τοποθετημένες μεταξύ των διαφόρων cut scenes, προσφέροντας τις ακριβώς απαραίτητες στιγμές gameplay, δίχως να κουράζουν και δίχως να καθυστερούν την ανάπτυξη του σεναρίου. Το παιχνίδι είναι σαν να έβαλε σε δεύτερη μοίρα το gameplay και σε πρώτη το σενάριο, φροντίζοντας, όμως, οι λίγες σχετικά στιγμές παιχνιδιού να είναι απολαυστικές, ξεκούραστες και διασκεδαστικές.

 

Αυτό που έκανε το Xenosaga ήταν να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ gameplay και σεναρίου, να βασίστηκε σε αυτήν και να ανέπτυξε τα όσα ήθελε να πει. Θεωρώ ότι είναι το καλύτερο δείγμα story driven παιχνιδιού και πιστεύω ότι δίνει αρκετά όπλα στους υποστηριχτές της θεωρίας ότι τα videogames είναι τέχνη. Κατάφερε να αποδείξει ότι τα παιχνίδια μπορούν να παρουσιάσουν τεράστια σενάρια με πάρα πολλές λεπτομέρειες, λόγω της διάρκειας τους, κάτι που δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Κατάφερε να συνδυάσει και να βάλει μέσα στην εξέλιξη του σεναρίου το gameplay, προσφέροντας ουσιαστικότατη και απαραίτητα αλληλεπίδραση με το περιβάλλον για την ανάπτυξη της ιστορίας. Κατάφερε να ενώσει τις ιδέες και τα πιστεύω του δημιουργού με τη διασκέδαση που απαιτεί ο παίχτης και προσέφερε ότι πιο ολοκληρωμένο υπάρχει σε ανάπτυξη χαρακτήρων και σεναρίου. Δυστυχώς λίγοι μπορούν να δοκιμάσουν τα όσα έχει να προσφέρει το Xenosaga και οι περισσότεροι το βλέπουν απλώς σαν ένα ακόμα περίπλοκο και γεμάτο ανατροπές σενάριο.

Leave a response

Your response: